Thursday, April 21, 2011

Λα κουκαράτσα, λα κουκαράτσα (x7)

La cucaracha, la cucaracha / Ya no puede caminar / Porque no tiene, Porque le falta / Marijuana que fumar...

Κουκαράτσα, όπως το λένε οι φίλοι μας οι Μεξικανοί, κακαρότσα, όπως το 'λέγαν οι φίλοι μας οι Ελληνοαμερικανοί, ή κόκ-ροουτς όπως το λένε οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι, δεν είναι τίποτα άλλο από την "αξιαγάπητη" και πανταχού-παρούσα κατσαρίδα. Το έντομο επιβιώνει παντού, διαπρέπει όμως μόνο σε λίγα μέρη τα οποία είναι συνήθως εχθρικά προς το περιβάλλον αλλά φιλικά προς την παρουσία καφεκόκκινων κριτσανιστών αθάνατων βρωμερών εντόμων. Ένα από αυτά -έκπληξη- είναι και ο Γορίλας.

Η έμπνευσή μου για το θέμα αυτό προήλθε από την μπορδοροδοκόκκινη και εντυπωσιακά αενάως ανακυκλούμενη πεζοδρομιακή γαρνιτούρα που κοσμεί τα περισσότερα γραφικά τσιμεντόστρωτα δρομάκια του Γορίλα κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου. Γιατί τότε είναι που η κουκαράτσα βγαίνει έξω για βόλτα νομίζοντας πως έχει το πεδίο ελεύθερο για τα νυχτοπερπατήματά της, αλλά τότε είναι επίσης που όλη η πόλη βγαίνει έξω για την εβδομαδιαία δίχως αύριο ποτοποσία και συνάντηση υψηλού επιπέδου. Ο συνδυασμός είναι εκρηκτικός, ο απολογισμός τραγικός: Καλογυαλισμένα δερμάτινα παπούτσια του ΑμερικανοΑγγλάρα τραπεζίτη των Μιντ-Λέβελς που αναζητά φτηνό ποτό και φτηνό μ*ν* να περάσει τη βραδιά του από τη μία, και ψηλοτάκουνο υπόδημα της και καλά κυρίας των Μιντ-Λέβελς που αποζητά φτηνό ποτό και ένα ακριβό κ*βλ* να την μπουκώνει για το υπόλοιπο της ζωής της, από την άλλη. Μοναδικό θύμα: οι γηγενείς κουκαράτσες που βιώνουν -μια κι έξω- το βάρος του ακριβού υποδήματος και την αφόρητη πίεση ανάμεσα στο -βρώμικο ούτως ή άλλως- τσιμέντο και τη σκληρή -καλής ποιότητας- σόλα.

Σάββατο, αλλά κυρίως Κυριακή μεσημέρι, η πόλη μετράει τα θύματά της. Πόσες σώθηκαν, πόσες χάθηκαν σε μια βραδιά κανείς δεν ξέρει. Το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεσαι είναι να μην πατήσεις κι εσύ αυτά που πάτησαν οι άλλοι.

Και για να μην κατηγορηθώ ως αδερφή και υπερβολικός, παραθέτω ευθύς αμέσως ορισμένες φωτογραφίες αρχείου που τραβήχτηκαν μια τυχαία Κυριακή του Σεπτέμβρη. Σύμφωνα με τα πρόπερτιζ των αρχείων -που ποτέ δεν ψεύδονται- όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν σε διάστημα 22 λεπτών...


ΦΩΤΟΣ








Είθε τα πόδια που θα σας πατούν να είναι ψηλά και δίχως κυτταρίτιδα (για τις γυναίκες) και τα πορτοφόλια τίγκα στις πιστωτικές και χοντρά όσο κι οι σόλες (για τους άνδρες). Αμήν.

Ο κύβος ερημάχθη

Ο κύβος ερρίφθη, έπεσε, ρήμαξε, έγινε χίλια κομμάτια. Δε βγαίνω μάνα μου δε βγαίνω. Η επιχείρηση (ιστολόγιο) έπνεε εδώ και καιρό τα λοίσθια και λόγω οικονομικής κρίσης -στο πνεύμα των καιρών ακόμη κι ως απόδημος Ελληνάρας- ήρθε η ώρα να βάλω λουκέτο. Εν συντομία, εγώ ο Κουρετίνιο, πήρα την απόφαση να αφήσω το βούρκο με τα λούσ(τρ)α και να την κάνω για άλλες πολιτείες. Το επόμενο βήμα έχει ήδη αποφασιστεί, δεν θα ανακοινωθεί όμως άμεσα γιατί θα κάνει μπαμ (και κρα (και γιάου)).

Προς το παρόν, και όσο προλαβαίνω προτού τα μαζέψω και φύγω, θα αφοσιωθώ ολοκληρωτικά ώστε να καταδείξω τα κακώς κείμενα της ιδιάζουσας τούτης πόλης κράτους. Ισοδύναμα = θα παρουσιάσω όλο το υλικό που τόσο καιρό τώρα μάζευα, για να κράξω με όλο μου το είναι το μπορντέλο που λέγεται Γορίλας. Η αντικειμενικότητα των κειμένων θα πρέπει να θεωρείται κάτι παραπάνω από δεδομένη· ας μην ξεχνάμε, φεύγω υπό το καθεστώς της στημενολεμονόκουπας, δηλαδή ξινός και παρατημένος (άνεργος γαρ)...

Βαθιά ανάσα... λετ δε κράξινγκ μπι(γ)κίν!

Saturday, January 29, 2011

Ανασκόπηση, ανασκολόπιση

Από μια άποψη αποτελεί την απόλυτη ειρωνεία, από μια άλλη όμως ήταν και η απόλυτη -ελληνικών δεδομένων- προειδοποίηση, όταν πριν από 6 μήνες έγραφα με στόμφο "Η επιστροφή του ιστολόγου είναι γεγονός. Λεφτά υπάρχουν." Ακριβώς όπως ο πρωθυπουργάκης μας, έτσι κι εγώ, εννοούσα μεν και πίστευα αυτό που διακήρυττα, ένοιωθα σίγουρος πως θα το κάνω πράξη, αλλά η πραγματικότητα μού διέφευγε με την ίδια χαρακτηριστική ευκολία με την οποία ένα τρένο διαφεύγει από το οπτικό πεδίο του απλανούς βλέμματος μιας βλαμμένης αγελάδας...

Σε μια προσπάθεια να βελτιώσω το κάρμα μου θα προσπαθήσω εδώ μια σύντομη ανασκόπηση των τελευταίων 6 μηνών.

Ανασκόπηση
Ιούλιο μήνα
έμεινα χωρίς δουλειά. Το κακό αφεντικό του καλού μου αφεντικού με φώναξε σε ένα δωματιάκι και μου είπε "γεια χαρά νταν, τον πούλο, κι άντε γεια".

Τον ίδιο μήνα,
λίγο πιο μετά, είπαμε με το Γκωτιέ να μοιράσουμε την απόσταση Ελλάδας-Γορίλα και να βρεθούμε κάπου στη μέση για διακοπές αλά Ιντιάνα Τζόουνς. Συναντηθήκαμε στο νέο Δελχί, περάσαμε χάλια, καταραστήκαμε όποια αγελάδα, ιερή και ανίερη βρήκακε μπροστά μας, μαζέψαμε τις πιο άσχημες εμπειρίες της ζωής μας, μαζέψαμε ωστόσο κι ένα σωρό όμορφες φωτογραφίες που τελικά κανείς δεν πίστεψε πως η Ινδία είναι για το κάμα σούτρα καβάλα...

Ο Αύγουστος
πέρασε προσπαθώντας να εξηγήσω στο κορίτσι μου γιατί επέλεξα την παρέα ενός φίλου μου έναντι της συντροφιάς της μοναδικής μου αγάπης, καθώς ακόμη και το τί γύρευα στο Darjeeling με τρεις 20χρονες σπανιόλες που συνήθιζαν να μπερδεύουν το νεπαλέζικο τσάι με το αφγανικό χασίς...

Σεπτέμβριο, Οκτώβρη, και ολίγον από Νοέμβρη,
έψαξα και βρήκα (ω, Θεοί!) νέον εργοδότη ενώ παράλληλα έζησα σε όλο του το μεγαλείο το κολαστήριο της συζυγικής ζωής...

αρχές Δεκέμβρη,
ενώ ξεχειμώνιαζα σε πάτρια εδάφη έμαθα από την καριόλα υπεύθυνη του ανθρωπίνου δυναμικού, πως ο καριόλης νέος μου εργοδότης αποφάσισε να αποσύρει την πρότασή του και έτσι εγώ έμεινα πάλι χωρίς δουλειά.

τέλος Γενάρη,
πήρα το αεροπλανάκι των τούρκικων χαβά γραμμών και ήρθα -κύριος- πάλι πίσω στο Γορίλα,

Ανασκολόπιση

αλλά με το που πάτησα το πόδι μου στο γαμίδι τούτο μέρος ήθελα να τα μαζέψω και να ξαναφύγω. Θυμήθηκα την έλλειψη καθαριότητας, την έλλειψη χώρου, την έλλειψη ήλιου. Θυμήθηκα δηλαδή τις πρώτες πρώτες μου σκέψεις για την -Γοριλλιώτικης τεχνοτροπίας- αστική εξαθλίωση. Υπερβολικός; Ίσως όχι τόσο, ιδιαίτερα όταν αναλογίζομαι τα ξεχασμένα ξεραμένα ζουμιά στους τσιμεντένιους διαδρόμους της πόλης, τα ανορεξικά αγχωτικά πεζοδρόμια, καθώς και το σχόλιο "Κουρετίνιο μαύρισες" που μου είπαν δυο πρώην συνάδελφοί μου στην πρώτη μας συνάντηση μετά την επιστροφή μου στο Γορίλα. Ίσως απλά ήρθε η ώρα να μαζέψω τα κουβαδάκια μου και να πάω σε άλλη παραλία. Ίσως. Ίσως.

Wednesday, July 14, 2010

Εμβρυοφαντάσματα... σπερματοσκορπίσματα...

Ή αλλιώς: "τί άλλο θα σκεφτεί κανείς για να γ*μ*σ*..."

Ακολουθεί απόσπασμα από Γοριλιώτικη εφημερίδα

Γορίλας, Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010
Σεξορκιστής. Μια 20χρονη κοπέλα, έχοντας μόλις κάνει σεξ με το αγόρι της, αρχίζει να νιώθει άρρωστη. Μία γυναίκα την ενημερώνει ότι η αρρώστια της έχει προκληθεί από "εμβρυοφαντάσματα" αλλά της λέει επίσης ότι ο 63χρονος γκόμενός της είναι εξορκιστής που μπορεί να την γιατρέψει αν κοιμηθεί μαζί του. Το κορίτσι δέχεται να πηδηχτεί με το πουρό, ΔΙΣ (ίσως όχι τόσο πουρό τελικά) ώστε να καταφέρει να ξεφορτωθεί τα "εμβρυοφαντάσματα". Λίγο καιρό αργότερα, αφού διαβάζει στις εφημερίδες για ορισμένες περιπτώσεις γυναικών που εξαπατήθηκαν με παρόμοιο τρόπο, το κορίτσι συνειδητοποιεί ότι την πάτησε την μπανανόφλουδα (κι ότι την έφαγε την μπαμπάνα, ΔΙΣ). Έτσι, ενημερώνει έναν κοινωνικό λειτουργό ο οποίος με τη σειρά του κάνει αναφορά στην αστυνομία.

Και μετά θυμήθηκα την αείμνηστη ατάκα, "δεν πρόκειται να πάω την κορούλα μου πίσω στην Ελλάδα. Εκεί είναι ζούγκλα ρε. Θα μου τη φάνε ζωντανή!". Α, ρε μπαρμπαμπίλιο και να'ξερες τα παραδοσιακά, τα γιατρικά της Κίνας...


Υ.Γ. Κουρετίνιο είναι εδώς, γυμνασμένος, δυνατός. Η επιστροφή του ιστολόγου είναι γεγονός. Λεφτά υπάρχουν.

Sunday, March 28, 2010

Βρώμικο μυαλό, καθαρός φακός

πολλά ποτά,
φτηνές πουτάνες,
δυτικοί λογιών λογιών.
Wan Chai,
Κυριακή μεσημέρι

Πάμε· δικό σας...


Saturday, March 20, 2010

Αποστακτήριο Χιτάτσι

ή αλλιώς: "γιατί δεν θα διψάσουμε ποτέ"

ήταν κάποτε ένα Σάββατο που έβρεχε πολύ· όλο το Σάββατο έβρεχε. Και μετά ήρθε η Κυριακή και πάλι έβρεχε πολύ (και έτσι πήγε στράφι το Σαββατοκύριακο). Μέχρι τη Δευτέρα που ήταν να πάμε στη δουλειά, είχε τελειώσει το νερό και δεν έβρεχε άλλο. Όλη μέρα μάζευε όμως, και την Τρίτη μας ξανάλουσε.

Τέσσερις μέρες λοιπόν η βρόχα στο on-off, κι η υγρασία κούρνιαζε σιγά σιγά στο φιλόξενό μου σπίτι. Τρίτη βράδυ (τσα!), βρίσκω μούχλα στο πατριωτικό μου λάβαρο (μια ελληναρική σημαία κρεμασμένη στο υπνοδωμάτιο), λίγες μέρες μετά, μούχλα στην τσάντα του φορητού, μια βδομάδα αργότερα, μούχλα στα καπέλα τα κρεμασμένα στην κουζίνα, μούχλα ακόμα και στο λουράκι ενός παλιού ρολογιού, ενώ το καλύτερο απ'όλα είναι η ξύλινη πόρτα της κεντρικής εισόδου η οποία είχε φουσκώσει από την υγρασία και δεν άνοιγε/έκλεινε παρά μόνο με κλωτσιές [χωρίς πλάκα... χωρίς καθόλου πλάκα...].

Εντωμεταξύ όλοι στη δουλειά κάναν τους κινέζους μέχρι που τους είπα για την γ*%&κατάσταση στο σπίτι μου, και τότε αρχίσαν όλοι:

- α, αλήθεια, και στο δικό σου σπίτι έτσι είναι;
- Νόμιζα πως έφταιγε η κατασκευή της δικιάς μου πολυκατοικίας.

- Εμένα βασικά μου μουχλιάσαν οι κουρτίνες..

- και σένα; και μένα!
- α, εμένα μου χάλασαν μόνο κάτι ρούχα...


Το πού θα οδηγούσε αυτή η κατάσταση δεν ήθελα να ξέρω κι έτσι αποφάσισα να αγοράσω έναν αποξηραντή (dehumidifier αγγλιστί, αποξηραντής ελληνιστί, αποχυμωτής/αποστακτήριο ελληναριστί) για να την παλέψω. Φυσικά όμως όλη η χώρα είχε πάει να ψωνίσει πριν από μένα (προφανώς γιατί αυτοί είναι φλώροι και έτρεξαν στα μαγαζιά με την πρώτη μουχλίτσα [γούτσου-γούτσου], ενώ εγώ είμαι μάγκας και περίμενα να εξαπλωθεί πρώτα σε όλο το σπίτι). Ως αποτέλεσμα της μαγκιάς μου, έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα σε 3 μοντέλα αποχυμωτών (τα υπόλοιπα 12 είχαν εξαντληθεί), και έτσι κατέληξα να φέρω στο σπίτι ένα αποστακτήριο Hitachi [γιατί καλή και η ιταλική φινέτσα της Ντελόνγκι, αλλά σαν την ποιότητα της Γιαπωνίας, δεν θα βρεις αλλού πασάκα μου].

Το αποστακτήριο τέθηκε αμέσως σε λειτουργία, ο δίλιτρος κουβάς του γέμιζε σε λιγότερο από 8 ώρες (άδειασμα το πρωί, άδειασμα το βράδυ, 4 λίτρα νερό οξαποδώ σε καθημερινή βάση) και μέσα σε μια βδομάδα η επιχείρηση "STEGNOMA" είχε δείξει ότι θα στεφόταν με επιτυχία. Πράγματι, σε 1-2 βδομάδες, καινούργια μούχλα δεν είχε εμφανιστεί, η παλιά είχε αρχίσει να ξεραίνεται και να υποχωρεί, το πατριωτικό λάβαρο ήρθε πάλι στα ίσα του, ενώ η κεντρική πόρτα ξεφούσκωσε αισθητά και τώρα χρειάζεται μόνο κανα απαλό μπουνίδι για να ανοιγοκλείσει.

Το ζήτημα όμως παραμένει ότι εκτός από:
1) την τραγικά χαμηλή φορολογία και
2) τα πολύ φτηνά αγαθά/υπηρεσίες που βρίσκει κανείς στο Γορίλα,
αδυνατώ να σκεφτώ κάποιον άλλο λόγο για τον οποίο θα ήθελε κάποιος να μείνει εδώ.

Και έτσι και τολμήσει και μου ξαναπει η Μαριλού "μου άρεσε πολύ στο Γορίλα, θέλω να ξανάρθω" θα τη βάλω πρώτα να πιει 2 λίτρα αποχυμωμένο νερό [ποιότητα σίγουρα ανώτερη του νερού βρύσης] έτσι να της θυμίζω και την υγρή πλευρά του είναι της.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Η Γοριλιά της εβδομάδας
(φωτογραφίες από το Μακάο, την πρώην Πορτογαλική αποικία κ εμπορικό λιμάνι, και νυν Λας Βέγκας της Ανατολής [μόνο με μεγαλύτερο τζίρο])

Η μητρική μου αγκαλιά, το μητρικό σου δίχτυ

Μαμά με φάσκιωνες μικρό; όχι παιδί μου....

Saturday, March 6, 2010

Ο αγγουράμπο

"Κάθε μέρα τρως αγγούρι, μα το Σάββατο είσαι μούρη"

λέει του σοφού λαού το σύνθημα που σκοπό έχει να θίξει τον τρόπο ζωής των γκολντενμπόυζ και των λοιπών σκληρά εργαζομένων, που δουλεύουν [τρενάκι] Δευτέρα με Παρασκευή, αλλά το Σάββατο βγαίνουν έξω και τα σπάνε [και ξοδεύουν] σα στερημένοι γιάπηδες. Η παραπάνω κατηγορία ανθρώπων είναι ευρύτερα γνωστή και ως "αγγουμούρη" [< αγγούρι + μούρη]. Η δική μου περίπτωση όμως δεν ανήκει στην κατηγορία της "αγγουμούρης" αλλά σε αυτήν του "αγγουράμπο" [αγγούρι + ράμπο]. Στο καθημερινό δωδεκάωρο εργασιακό αγγούρι έχω ήδη αναφερθεί, οπότε το πρώτο σκέλος έχει καλυφθεί, κι ας μην κουράζω άλλο. Το Σαββατιάτικο Ραμποϋλίκι όμως (κατά τα πρότυπα του "καουμποϋλίκι") είναι καινούργιο φαινόμενο. Προέκυψε φυσικά όμως, γιατί η ατμόσφαιρα του φαινομενικά 'φιλόξενου' Γορίλα είναι τόσο πνιγηρή που πνίγει ακόμα και βόα συσφιγκτήρα...
Γιατί ας πούμε ότι βγαίνεις από το διαμέρισμά σου στο κέντρο του Γορίλα και
  • κάνεις να κοιτάξεις κάτω προς τη θάλασσα, και θάλασσα δε βλέπεις (σου κρύβουν τη θέα οι παραπολυόροφες πολυκατοικίες)
  • κάνεις να κοιτάξεις πίσω προς το βουνό, και βουνό δε βλέπεις (σου κρύβουν τη θέα οι παραπολυόροφες πολυκατοικίες)
  • κάνεις να κοιτάξεις πάνω προς τον ουρανό και ουρανό δε βλέπεις (έχουν πάρα πολλούς ορόφους οι παραπολυόροφες πολυκατοικίες και πρέπει να σπάσεις το λαιμό σου σαν το Νουρέγιεφ για να δεις γαλάζιο)
  • κάνεις να κοιτάξεις κάτω στο χώμα και χώμα δε βλέπεις, παρά μόνο άσφαλτο και τσιμέντο και βρωμιά με γαρνιτούρα λιωμένες κατσαρίδες
και ο καιρός περνάει και αρχίζει να σου τη βιδώνει, και ο κόσμος αρρωσταίνει από την αποξένωσή του από τη φύση και ο δήμος Γορίλα πάει και φυτεύει γλάστρες στη στοά των επαιτών και βάζει ηλεκτρικές συσκευές που τιτιβίζουν για να ξεχάσει ο κόσμος τους τόνους μπετόν που τον περιτριγυρίζουν.

Και εκεί που έχω καταλήξει ότι δεν έχω εγώ το πρόβλημα αλλά ο Γορίλας, έρχεται η Μαριλού και μου λέει: "έλα ρε αλήθεια, είσαι Γορίλα; Είχα μείνει κι εγώ εκεί για ένα χρόνο και πέρασα τέλεια! Μου λείπει πολύ, μακάρι να μπορούσα να ξανάρθω..."

Ε, και κάπου εκεί το χάνω, μου τη βιδώνει, μου τη στρουμφίζει πώς το λένε· παίρνω ανάποδες στροφές, παίρνω τηλέφωνο το Γάλλο (άλλος αγγουράμπο αυτός), παίρνουμε τον εξοπλισμό μας, παίρνουμε ένα ταξί (με τόσα παραπολυόροφα κτίρια, όλος ο κόσμος είναι συγκεντρωμένος σε ένα πολύ μικρό κομμάτι γης, συνεπώς και οι αποστάσεις είναι πολύ μικρές) και πάμε στα καταπράσινα βουνά. Βουνά με δέντρα, με βλάστηση, με λάσπη με πέτρες, με μονοπάτια δεκάδων χιλιομέτρων για να μη βαρεθείς ποτέ (50Κ, 70Κ, 78Κ, 100Κ αντίστοιχα τα 4 πιο γνωστά μονοπάτια του Γορίλα), με ρυάκια και ποτάμια, με τεχνητές λίμνες, με βρύα και λειχήνες (γίνεται χωρίς;) και με πιθήκους που σε κοιτάνε σαστιζμένοι, όπως θα σάστιζες εσύ αν έβλεπες έναν να τρώει πατατάκια στο καθιστικό σου. Με δυο λέξεις, Βιετνάμ κατάσταση (ζούγκλα τύπου φάση).

Και κάπως έτσι, με τη Σαββατιάτικη ραμποποίησή μου, τις τρεχάλες πάνω στα βουνά, μέσα στα ρυάκια, δίπλα στα πιθήκια, παλεύω ο καψερός να βρω χοντρικά τις λεπτές ισορροπίες μου...

Σασίν:
η θέα των χιλίων ευρώ (αν θες καλύτερη θα πληρώσεις δύο και τρεις χιλιάδες [και βάλε])